Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
kommentieren
[past form: kommentierte]
01
σχολιάζω
Eine Meinung oder Erklärung zu etwas abgeben
Παραδείγματα
Der Minister kommentierte den Vorfall nicht.
Ο υπουργός δεν σχολίασε το περιστατικό.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
σχολιάζω