Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Knochenjob
[gender: masculine]
01
εξαντλητική δουλειά, κουραστική δουλειά
Eine äußerst anstrengende, körperlich oder mental fordernde Arbeit
Παραδείγματα
Kellnern in einem Großrestaurant? Totaler Knochenjob!
Σερβιτόρος σε ένα μεγάλο εστιατόριο; Απολύτως καταπονητική δουλειά!


























