der Knochenjob
Pronunciation
/ˈknɔxn̩ˌd͡ʒɔp/

Ορισμός και σημασία του "knochenjob"στα γερμανικά

Der Knochenjob
[gender: masculine]
01

εξαντλητική δουλειά, κουραστική δουλειά

Eine äußerst anstrengende, körperlich oder mental fordernde Arbeit
der Knochenjob definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Knochenjobs
πληθυντικός τύπος
Knochenjobs
Παραδείγματα
Kellnern in einem Großrestaurant? Totaler Knochenjob!
Σερβιτόρος σε ένα μεγάλο εστιατόριο; Απολύτως καταπονητική δουλειά!
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store