Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Kloster
[gender: neuter]
01
μοναστήρι, μοναστήρι
Ein Ort, an dem Mönche oder Nonnen leben und beten
Παραδείγματα
Die Mönche beten mehrmals täglich im Kloster.
Οι μοναχοί προσεύχονται πολλές φορές την ημέρα στο μοναστήρι.


























