das kloster
kloster
klo:stɐ
klost

Ορισμός και σημασία του "kloster"στα γερμανικά

01

μοναστήρι, μοναστήρι

Ein Ort, an dem Mönche oder Nonnen leben und beten 
das Kloster definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Klöster
γενική πτώση
Klosters
Παραδείγματα
Das Kloster liegt auf einem Hügel in der Nähe des Dorfes. 

Το μοναστήρι βρίσκεται σε ένα λόφο κοντά στο χωριό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store