Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Klischee
01
κλισέ, στερεότυπο
Übervereinfachte, oft falsche Vorstellung über eine Personengruppe oder Sache
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Klischees
πληθυντικός τύπος
Klischees
Παραδείγματα
Das Klischee des 'faulen Südländers' ist verletzend.
Το κλισέ του 'τεμπέλη νοτιού' είναι προσβλητικό.



























