das klischee
klisch
ˈkliʃ
klish
ee
e:
e

Ορισμός και σημασία του "klischee"στα γερμανικά

01

κλισέ, στερεότυπο

Übervereinfachte, oft falsche Vorstellung über eine Personengruppe oder Sache 
das Klischee definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Klischees
γενική πτώση
Klischees
Παραδείγματα
Das Klischee des 'faulen Südländers' ist verletzend. 

Το κλισέ του 'τεμπέλη νοτιού' είναι προσβλητικό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store