Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Klippe
01
γκρεμός, βράχος
Steil aufragender Felsen, meist an einer Küste oder in einem Gebirge
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Klippe
πληθυντικός τύπος
Klippen
Παραδείγματα
Die Klippe ist sehr hoch.
Ο γκρεμός είναι πολύ ψηλός.
02
δύσκολη κατάσταση, αδιέξοδο
schwierige, riskante Lage, die leicht zu Problemen oder Verlusten führen kann
Παραδείγματα
Er steckt in einer Klippe.
Βρίσκεται σε αδιέξοδο.



























