Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
klagen
[past form: klagte]
01
υποβάλλω παράπονο, παραπονιέμαι
Eine Beschwerde vor Gericht oder bei einer Behörde vorbringen
Παραδείγματα
Er klagt oft über Kopfschmerzen.
Συχνά παραπονιέται για πονοκεφάλους.


























