Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
klagen
01
υποβάλλω παράπονο, παραπονιέμαι
Eine Beschwerde vor Gericht oder bei einer Behörde vorbringen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
klage
γ΄ ενικό πρόσωπο
klagt
ενεστώτα μετοχή
klagend
απλός αόριστος
klagte
παθητική μετοχή
geklagt
Παραδείγματα
Er klagt oft über Kopfschmerzen.
Συχνά παραπονιέται για πονοκεφάλους.



























