klagen
klagen
kla:gn
klagn
kragenklauen

Ορισμός και σημασία του "klagen"στα γερμανικά

klagen
01

υποβάλλω παράπονο, παραπονιέμαι

Eine Beschwerde vor Gericht oder bei einer Behörde vorbringen 
klagen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
klage
γ΄ ενικό πρόσωπο
klagt
ενεστώτα μετοχή
klagend
απλός αόριστος
klagte
παθητική μετοχή
geklagt
Παραδείγματα
Er klagt gegen die Firma wegen Vertragsbruch. 

Αυτός καταθέτει αγωγή εναντίον της εταιρείας για παραβίαση συμβολαίου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store