Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Keramik
[gender: feminine]
01
κεραμική, αγγειοπλαστική
Technik und Handwerk zur Herstellung von Gegenständen aus Ton oder anderen keramischen Materialien
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Keramik
Παραδείγματα
Keramik wird oft für Geschirr und Dekoration verwendet.
Η κεραμική χρησιμοποιείται συχνά για σκεύη και διακόσμηση.



























