Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
kennen
01
γνωρίζω, ξέρω
Jemanden oder etwas durch Erfahrung oder Begegnung bewusst wahrnehmen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
kenne
γ΄ ενικό πρόσωπο
kennt
ενεστώτα μετοχή
kennend
απλός αόριστος
kannte
παθητική μετοχή
gekannt
Παραδείγματα
Ich kenne diesen Mann.
Εγώ γνωρίζω αυτόν τον άνδρα.
02
γνωρίζω, ξέρω
Informationen über eine Sache besitzen oder sich ihrer Eigenschaften bewusst sein
Παραδείγματα
Ich kenne die Regeln des Spiels.
Εγώ γνωρίζω τους κανόνες του παιχνιδιού.



























