Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
kennen
01
γνωρίζω, ξέρω
Jemanden oder etwas durch Erfahrung oder Begegnung bewusst wahrnehmen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
kenne
γ΄ ενικό πρόσωπο
kennt
ενεστώτα μετοχή
kennend
απλός αόριστος
kannte
παθητική μετοχή
gekannt
Παραδείγματα
Er kennt das Problem gut.
Αυτός γνωρίζει καλά το πρόβλημα.
02
γνωρίζω, ξέρω
Informationen über eine Sache besitzen oder sich ihrer Eigenschaften bewusst sein
Παραδείγματα
Er kennt sich mit Computern aus.
Γνωρίζω υπολογιστές, αυτός είναι ειδικός σε αυτούς.



























