Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Kette
[gender: feminine]
01
αλυσίδα, αλυσίδα
Mehrere verbundene Metallringe
Παραδείγματα
Ketten sind stark.
Οι αλυσίδες είναι δυνατές.
02
κολιέ, αλυσίδα
Schmuck für den Hals aus Metall und Steinen
Παραδείγματα
Er schenkt ihr eine Kette.
Της χαρίζει ένα κολιέ.


























