die kette
ke
ˈkɛ
ke
tte
kutteklette

Ορισμός και σημασία του "kette"στα γερμανικά

01

αλυσίδα, αλυσίδα

Mehrere verbundene Metallringe 
die Kette definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Ketten
γενική πτώση
Kette
Παραδείγματα
Das Fahrrad hat eine Kette. 

Το ποδήλατο έχει μια αλυσίδα.

02

κολιέ, αλυσίδα

Schmuck für den Hals aus Metall und Steinen 
die Kette definition and meaning
Παραδείγματα
Sie trägt eine goldene Kette. 

Φοράει μια χρυσή αλυσίδα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store