die kelle
ke
ˈkɛ
ke
lle
keulekehle

Ορισμός και σημασία του "kelle"στα γερμανικά

01

κουτάλα, σερβιέτα

Schöpfgerät mit langem Stiel für Suppen und Saucen 
die Kelle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Kelle
πληθυντικός τύπος
Kellen
Παραδείγματα
Ich habe eine Kelle. 

Έχω μια κουτάλα.

02

τσουκάλα, τσουκάλα κτίστη

Werkzeug zum Auftragen von Mörtel oder Putz 
die Kelle definition and meaning
Παραδείγματα
Die Kelle liegt auf dem Tisch. 

Η σπάτουλα βρίσκεται στο τραπέζι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store