Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Kelle
[gender: feminine]
01
κουτάλα, σερβιέτα
Schöpfgerät mit langem Stiel für Suppen und Saucen
Παραδείγματα
Die Kelle ist besonders nützlich für das Servieren von Flüssigkeiten.
Η κουτάλα είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για το σερβίρισμα υγρών.
02
τσουκάλα, τσουκάλα κτίστη
Werkzeug zum Auftragen von Mörtel oder Putz
Παραδείγματα
Die Kelle ist ein wichtiges Werkzeug beim Renovieren.
Η σπάτουλα είναι ένα σημαντικό εργαλείο κατά την ανακαίνιση.



























