Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Kegel
01
κώνος, κώνος
ein Körper, der unten einen Kreis hat und oben in einer Spitze endet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Kegels
πληθυντικός τύπος
Kegel
Παραδείγματα
Der Kegel ist rot.
Ο κώνος είναι κόκκινος.
02
πίνακας μπόουλινγκ, κώνος
ein stehender Pin, den man mit einer Kugel umwerfen soll
Παραδείγματα
Ich stelle den Kegel wieder auf.
Ξαναστήνω το κέγκελ.



























