kegel
kegel
ke:gl
kegl

Ορισμός και σημασία του "kegel"στα γερμανικά

Der Kegel
[gender: masculine]
01

κώνος, κώνος

ein Körper, der unten einen Kreis hat und oben in einer Spitze endet
der Kegel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Kegels
πληθυντικός τύπος
Kegel
Παραδείγματα
Der Wissenschaftler erklärt, wie sich Licht in einem gläsernen Kegel bricht.
Ο επιστήμονας εξηγεί πώς το φως διαθλάται μέσα σε έναν γυάλινο κώνο.
02

πίνακας μπόουλινγκ, κώνος

ein stehender Pin, den man mit einer Kugel umwerfen soll
Παραδείγματα
Der Trainer erklärt, wie man die Kugel drehen muss, um bestimmte Kegel gezielt zu treffen.
Ο προπονητής εξηγεί πώς να περιστρέψετε τη μπάλα για να χτυπήσετε συγκεκριμένους κεγκλ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store