Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
kaputtgehen
01
χαλάω, σπάω
Durch äußere Einwirkung oder Gebrauch beschädigt werden und nicht mehr funktionieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
kaputt
βασικό ρήμα
gehen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
gehe kaputt
γ΄ ενικό πρόσωπο
geht kaputt
ενεστώτα μετοχή
kaputtgehend
απλός αόριστος
ging kaputt
παθητική μετοχή
kaputtgegangen
Παραδείγματα
Der Reißverschluss meiner Jacke ist kaputtgegangen.
Ο φερμουάρ του μπουφάν μου έσπασε.



























