Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
kaputtmachen
01
καταστρέφω, σπάω
Etwas zerstören oder funktionsunfähig machen
Παραδείγματα
Du darfst das Radio nicht kaputtmachen!
Δεν πρέπει να σπάσεις το ραδιόφωνο!
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
καταστρέφω, σπάω