Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
kaputtmachen
01
καταστρέφω, σπάω
Etwas zerstören oder funktionsunfähig machen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
kaputt
βασικό ρήμα
machen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
mache kaputt
γ΄ ενικό πρόσωπο
macht kaputt
ενεστώτα μετοχή
kaputtmachend
απλός αόριστος
machte kaputt
παθητική μετοχή
kaputtgemacht
Παραδείγματα
Du darfst das Radio nicht kaputtmachen!
Δεν πρέπει να σπάσεις το ραδιόφωνο!



























