jagen
jagen
ja:gng
yagng

Ορισμός και σημασία του "jagen"στα γερμανικά

01

κυνηγώ

Nach Tieren suchen, um sie zu fangen oder zu töten 
jagen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
jage
γ΄ ενικό πρόσωπο
jagt
ενεστώτα μετοχή
jagend
απλός αόριστος
jagte
παθητική μετοχή
gejagt
Παραδείγματα
Die Menschen jagen im Wald. 

Οι άνθρωποι κυνηγούν στο δάσος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store