Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
jagen
[past form: jagte]
01
κυνηγώ
Nach Tieren suchen, um sie zu fangen oder zu töten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
jage
γ΄ ενικό πρόσωπο
jagt
ενεστώτα μετοχή
jagend
απλός αόριστος
jagte
παθητική μετοχή
gejagt
Παραδείγματα
Manche Tiere jagen nur nachts.
Μερικά ζώα κυνηγούν μόνο τη νύχτα.



























