die jacke
ja
ˈja
ya
cke
backeattacke

Ορισμός και σημασία του "jacke"στα γερμανικά

01

ζακέτα, μπουφάν

Ein Kleidungsstück mit Ärmeln, das den Oberkörper bedeckt und vor Kälte oder Regen schützt 
die Jacke definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Jacken
γενική πτώση
Jacke
Παραδείγματα
Ich ziehe meine Jacke an. 

Φοράω το σακάκι μου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store