Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Irrtum
[gender: masculine]
01
λάθος, πλάνη
Ein Fehler oder eine falsche Annahme
Παραδείγματα
Sein Irrtum führte zu Problemen.
Το λάθος του οδήγησε σε προβλήματα.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
λάθος, πλάνη