der italiener
italiener
i:tali:nɐ
italin

Ορισμός και σημασία του "italiener"στα γερμανικά

01

Ιταλός, Ιταλός

Ein männlicher Mensch, der aus Italien stammt oder die italienische Staatsangehörigkeit besitzt 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Italieners
πληθυντικός τύπος
Italiener
κύριο
Παραδείγματα
Der Italiener lebt seit fünf Jahren in Deutschland. 

Ο Ιταλός ζει στη Γερμανία εδώ και πέντε χρόνια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store