irren
Pronunciation
/ˈɪʀən/

Ορισμός και σημασία του "irren"στα γερμανικά

irren
[past form: irrte]
01

κάνω λάθος, πλανώμαι

Einen Fehler machen oder etwas falsch verstehen
irren definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
irre
γ΄ ενικό πρόσωπο
irrt
ενεστώτα μετοχή
irrend
απλός αόριστος
irrte
παθητική μετοχή
geirrt
Παραδείγματα
Du irrst dich, wenn du denkst, das ist richtig.
Κάνεις λάθος αν νομίζεις ότι είναι σωστό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store