Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
irren
[past form: irrte]
01
κάνω λάθος, πλανώμαι
Einen Fehler machen oder etwas falsch verstehen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
irre
γ΄ ενικό πρόσωπο
irrt
ενεστώτα μετοχή
irrend
απλός αόριστος
irrte
παθητική μετοχή
geirrt
Παραδείγματα
Du irrst dich, wenn du denkst, das ist richtig.
Κάνεις λάθος αν νομίζεις ότι είναι σωστό.



























