Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Intensität
[gender: feminine]
01
ένταση, δύναμη
Die Stärke oder das Ausmaß von etwas
Παραδείγματα
Die Intensität des Sturms nahm zu.
Η ένταση της καταιγίδας αυξήθηκε.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ένταση, δύναμη