Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Institut
01
ινστιτούτο, οργανισμός
Eine Organisation, die sich auf Forschung, Bildung oder spezielle Aufgaben konzentriert
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Institute
γενική πτώση
Institut(e)s
Παραδείγματα
Das Institut für Medizin arbeitet an neuen Heilmethoden.
Το Ινστιτούτο της ιατρικής εργάζεται σε νέες μεθόδους θεραπείας.
LanGeek



























