Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Ingenieur
[gender: masculine]
01
μηχανικός, μηχανικός
Eine Person, die in Technik, Bau oder Maschinen arbeitet und technische Probleme löst
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Ingenieur(e)s
πληθυντικός τύπος
Ingenieure
Παραδείγματα
Ingenieure brauchen gute Mathekenntnisse.
Οι μηχανικοί χρειάζονται καλές γνώσεις μαθηματικών.



























