Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Ingenieur
01
μηχανικός, μηχανικός
Eine Person, die in Technik, Bau oder Maschinen arbeitet und technische Probleme löst
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Ingenieure
αρσενικό ενικό
Ingenieur
θηλυκό ενικό
Ingenieurin
neutral form
Ingenieur
γενική πτώση
Ingenieur(e)s
Παραδείγματα
Der Ingenieur entwickelt neue Maschinen.
Ο μηχανικός αναπτύσσει νέες μηχανές.
LanGeek



























