Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
informieren
01
ενημερώνομαι, πληροφορούμαι
Sich selbst über etwas Wissen verschaffen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
informiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
informiert
ενεστώτα μετοχή
informierend
απλός αόριστος
informierte
παθητική μετοχή
informiert
Παραδείγματα
Ich möchte mich über das Wetter informieren.
Θέλω να ενημερωθώ για τον καιρό.
02
πληροφορώ
Jemandem eine Information geben
Παραδείγματα
Der Lehrer informiert die Schüler über den Test.
Ο δάσκαλος ενημερώνει τους μαθητές για το τεστ.



























