Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
informieren
[past form: informierte]
01
ενημερώνομαι, πληροφορούμαι
Sich selbst über etwas Wissen verschaffen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
informiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
informiert
ενεστώτα μετοχή
informierend
απλός αόριστος
informierte
παθητική μετοχή
informiert
Παραδείγματα
Informiere dich bitte vorher über die Regeln.
Παρακαλώ ενημερωθείτε εκ των προτέρων για τους κανόνες.
02
πληροφορώ
Jemandem eine Information geben
Παραδείγματα
Bitte informieren Sie uns über Änderungen.
Παρακαλώ ενημερώστε μας για τυχόν αλλαγές.



























