Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Infrastruktur
[gender: feminine]
01
υποδομή, υποδομές
Die grundlegenden Einrichtungen und Systeme, die für das Funktionieren einer Gesellschaft oder Organisation notwendig sind
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Infrastruktur
πληθυντικός τύπος
Infrastrukturen
Παραδείγματα
Moderne Infrastruktur erleichtert das tägliche Leben.
Η σύγχρονη υποδομή διευκολύνει την καθημερινή ζωή.



























