Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
individuell
01
προσαρμοσμένος, ατομικός
Für eine einzelne Person oder Situation besonders und verschieden von anderen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am individuellsten
συγκριτικός βαθμός
individueller
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Jeder Schüler bekommt eine individuelle Betreuung.
Κάθε μαθητής λαμβάνει ατομική υποστήριξη.



























