die industrie
in
ˌɪn
in
dust
ˈdʊst
doost
rie
ʁi:
ri

Ορισμός και σημασία του "industrie"στα γερμανικά

01

βιομηχανία, βιομηχανικός τομέας

Ein Bereich, in dem Waren in Fabriken hergestellt werden 
die Industrie definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Industrien
γενική πτώση
Industrie
Παραδείγματα
Die Industrie ist ein wichtiger Teil der Wirtschaft. 

Η βιομηχανία είναι ένα σημαντικό μέρος της οικονομίας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store