die individualität
in
ˌɪn
in
di
di
vi
vi
vi
dua
dʊa
dooa
lität
ˈlitɛ:t
litet

Ορισμός και σημασία του "individualität"στα γερμανικά

Die Individualität
01

ατομικότητα, μοναδικότητα

Die Gesamtheit der Eigenschaften, die eine Person oder Sache einzigartig und unverwechselbar machen 
die Individualität definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Individualitäten
γενική πτώση
Individualität
Παραδείγματα
Künstler betonen oft ihre Individualität. 

Οι καλλιτέχνες συχνά τονίζουν την ατομικότητά τους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store