Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
impulsiv
01
παρορμητικός, αυθόρμητος
Schnell und spontan handeln, ohne lange darüber nachzudenken
Παραδείγματα
Man sollte bei impulsiven Entscheidungen vorsichtig sein.
Πρέπει να είστε προσεκτικοί με τις αυθόρμητες αποφάσεις.


























