impulsiv

Ορισμός και σημασία του "impulsiv"στα γερμανικά

01

παρορμητικός, αυθόρμητος

Schnell und spontan handeln, ohne lange darüber nachzudenken
impulsiv definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am impulsivsten
συγκριτικός βαθμός
impulsiver
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Man sollte bei impulsiven Entscheidungen vorsichtig sein.
Πρέπει να είστε προσεκτικοί με τις αυθόρμητες αποφάσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store