Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Immobilie
01
ακίνητη περιουσία, ιδιοκτησία
Ein Gebäude oder ein Stück Land, das jemand besitzt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Immobilien
γενική πτώση
Immobilie
Παραδείγματα
Die Immobilie steht zum Verkauf.
Το ακίνητο είναι προς πώληση.
LanGeek



























