die immobilie
immobilie
ɪmobi:li̯ə
imobiliē

Ορισμός και σημασία του "immobilie"στα γερμανικά

01

ακίνητη περιουσία, ιδιοκτησία

Ein Gebäude oder ein Stück Land, das jemand besitzt 
die Immobilie definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Immobilie
πληθυντικός τύπος
Immobilien
Παραδείγματα
Die Immobilie steht zum Verkauf. 

Το ακίνητο είναι προς πώληση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store