der impuls
im
ˈɪm
im
puls
pʊls
pools

Ορισμός και σημασία του "impuls"στα γερμανικά

01

ώθηση, κίνητρο

Ein plötzlicher Antrieb oder Anstoß, der zu einer Handlung, Entscheidung oder Veränderung führt 
der Impuls definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Impulses
πληθυντικός τύπος
Impulse
Παραδείγματα
Sein Lob war der Impuls, der mich motivierte. 

Ο επαίνος του ήταν η ώθηση που με παρακίνησε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store