Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
identifizieren
01
προσδιορίζω
Jemanden oder etwas erkennen und bestimmen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
identifiziere
γ΄ ενικό πρόσωπο
identifiziert
ενεστώτα μετοχή
identifizierend
απλός αόριστος
identifizierte
παθητική μετοχή
identifiziert
Παραδείγματα
Die Polizei konnte den Täter schnell identifizieren.
Η αστυνομία μπόρεσε να προσδιορίσει γρήγορα τον δράστη.
02
ταυτίζομαι με, αναγνωρίζω τον εαυτό μου σε
Eine emotionale oder gedankliche Verbindung zu jemandem oder etwas herstellen
Παραδείγματα
Viele Jugendliche identifizieren sich mit diesem Musikstar.
Πολλοί νέοι ταυτίζονται με αυτό το μουσικό αστέρι.



























