Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
identifizieren
[past form: identifizierte]
01
προσδιορίζω
Jemanden oder etwas erkennen und bestimmen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
identifiziere
γ΄ ενικό πρόσωπο
identifiziert
ενεστώτα μετοχή
identifizierend
απλός αόριστος
identifizierte
παθητική μετοχή
identifiziert
Παραδείγματα
Es ist wichtig, Risikofaktoren rechtzeitig zu identifizieren.
Είναι σημαντικό να προσδιορίζονται οι παράγοντες κινδύνου εγκαίρως.
02
ταυτίζομαι με, αναγνωρίζω τον εαυτό μου σε
Eine emotionale oder gedankliche Verbindung zu jemandem oder etwas herstellen
Παραδείγματα
Der Charakter ist so geschrieben, dass sich Leser leicht mit ihm identifizieren können.
Ο χαρακτήρας είναι γραμμένος έτσι ώστε οι αναγνώστες να μπορούν εύκολα να ταυτιστούν μαζί του.



























