Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ihm
01
του, σε αυτόν
Ein Personalpronomen im Dativ, das sich auf eine männliche oder neutrale Person oder Sache bezieht
Παραδείγματα
Ich habe ihm geantwortet.
Του απάντησα.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
του, σε αυτόν