ich
ich
ɪç
ich

Ορισμός και σημασία του "ich"στα γερμανικά

01

εγώ, μου

Das persönliche Pronomen für die erste Person Singular 
ich definition and meaning
Παραδείγματα
Ich gehe heute spazieren. 

Εγώ πάω για βόλτα σήμερα.

01

εγώ, εαυτός

Die eigene Persönlichkeit oder Identität einer Person 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Ich(s)
γενική πτώση
Ich(s)
Παραδείγματα
Er sucht nach seinem wahren Ich 

Αναζητά το πραγματικό του εγώ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store