die hühnersuppe
hühnersuppe
hy:nɐzʊpə
hynzoopē

Ορισμός και σημασία του "hühnersuppe"στα γερμανικά

Die Hühnersuppe
01

κοτόσουπα, ζωμός κοτόπουλου

Eine Suppe aus Huhn, Gemüse und Brühe 
die Hühnersuppe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
hühnersuppen
γενική πτώση
hühnersuppe
Παραδείγματα
Ich esse gern Hühnersuppe, wenn ich krank bin. 

Μου αρέσει να τρώω κοτόσουπα όταν είμαι άρρωστος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store