der hörsaal
hörsaal
hø:ɐ̯za:l
heuzal

Ορισμός και σημασία του "hörsaal"στα γερμανικά

01

αμφιθέατρο, αίθουσα διαλέξεων

Ein großer Raum in einer Universität oder Hochschule, in dem Vorlesungen für viele Studierende gehalten werden 
der Hörsaal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Hörsäle
γενική πτώση
Hörsaal(e)s
Παραδείγματα
Der Hörsaal 101 fasst 300 Personen. 

Η αίθουσα διαλέξεων 101 χωράει 300 άτομα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store