Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hören
01
ακούω
Geräusche oder Töne mit den Ohren wahrnehmen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
höre
γ΄ ενικό πρόσωπο
hört
ενεστώτα μετοχή
hörend
απλός αόριστος
hörte
παθητική μετοχή
gehört
Παραδείγματα
Er hat nichts gehört.
Δεν άκουσε τίποτα.



























