hören
Pronunciation
/ˈhøːʁən/

Ορισμός και σημασία του "hören"στα γερμανικά

hören
01

ακούω

Geräusche oder Töne mit den Ohren wahrnehmen
hören definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
höre
γ΄ ενικό πρόσωπο
hört
ενεστώτα μετοχή
hörend
απλός αόριστος
hörte
παθητική μετοχή
gehört
Παραδείγματα
Er hat nichts gehört.
Δεν άκουσε τίποτα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store