der händler
händ
ˈhɛnd
χενντ
ler
λ

Ορισμός και σημασία του "händler"στα γερμανικά

01

έμπορος, πωλητής

Jemand, der Waren verkauft 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Händler
αρσενικό ενικό
Händler
θηλυκό ενικό
Händlerin
neutral form
Handelnde(r)
γενική πτώση
Händlers
Παραδείγματα
Der Händler verkauft Gemüse auf dem Markt. 

Ο έμπορος πουλάει λαχανικά στην αγορά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store