Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
häkeln
01
πλέκω με βελονάκι, κάνω βελονάκι
Mit einer kleinen Häkelnadel Fäden zu Mustern verbinden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
häkle
γ΄ ενικό πρόσωπο
häkelt
ενεστώτα μετοχή
häkelnd
απλός αόριστος
häkelte
παθητική μετοχή
gehäkelt
Παραδείγματα
Meine Mutter häkelt oft kleine Figuren als Geschenke.
Η μητέρα μου πλέκει με βελονάκι συχνά μικρά φιγούρες ως δώρα.



























