häkeln
häkeln
hɛ:kln
hekln

Ορισμός και σημασία του "häkeln"στα γερμανικά

häkeln
01

πλέκω με βελονάκι, κάνω βελονάκι

Mit einer kleinen Häkelnadel Fäden zu Mustern verbinden 
häkeln definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
häkle
γ΄ ενικό πρόσωπο
häkelt
ενεστώτα μετοχή
häkelnd
απλός αόριστος
häkelte
παθητική μετοχή
gehäkelt
Παραδείγματα
Ich häkle eine Decke für meine Oma. 

Εγώ πλέκω με βελονάκι μια κουβέρτα για τη γιαγιά μου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store