Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hoch
01
ψηλός, υψηλός
Von großer Höhe
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am höchsten
συγκριτικός βαθμός
höher
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Der Turm ist 100 Meter hoch.
Ο πύργος έχει ύψος 100 μέτρων.
02
ψηλός, μεγάλος
Große Menge oder Intensität
Παραδείγματα
Die Temperaturen sind sehr hoch.
Οι θερμοκρασίες είναι πολύ υψηλές.
03
βαρύς, έντονος
Extrem oder intensiv
Παραδείγματα
Der Sturm war hoch.
Η καταιγίδα ήταν έντονη.



























