Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Hobby
[gender: neuter]
01
χόμπι, διασκέδαση
Etwas, das man in der Freizeit gern macht
Παραδείγματα
Er spricht gern über sein Hobby.
Του αρέσει να μιλά για το χόμπι του.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
χόμπι, διασκέδαση