Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Hobby
01
χόμπι, διασκέδαση
Etwas, das man in der Freizeit gern macht
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Hobbys
πληθυντικός τύπος
Hobbys
Παραδείγματα
Mein Hobby ist Gitarre spielen.
Χόμπι είναι να παίζω κιθάρα.



























