Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
historisch
01
ιστορικός, ιστορικός
Verbunden mit Ereignissen oder Dingen aus der Vergangenheit, die wichtig für die Geschichte sind
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Der Film zeigt historische Ereignisse.
Η ταινία δείχνει ιστορικά γεγονότα.



























