hinweisen
hinweisen
hɪnvaɪ̯zn
hinvaizn
hinreisen

Ορισμός και σημασία του "hinweisen"στα γερμανικά

hinweisen
01

υποδεικνύω, επιστρέφω την προσοχή

Jemanden auf etwas aufmerksam machen 
hinweisen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
hin
βασικό ρήμα
weisen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
weise hin
γ΄ ενικό πρόσωπο
weist hin
ενεστώτα μετοχή
hinweisend
απλός αόριστος
wies hin
παθητική μετοχή
hingewiesen
Παραδείγματα
Der Lehrer wies auf den wichtigen Hinweis in Kapitel 3 hin. 

Ο δάσκαλος επισήμανε τη σημαντική σημείωση στο κεφάλαιο 3.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store