Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hinweisen
01
υποδεικνύω, επιστρέφω την προσοχή
Jemanden auf etwas aufmerksam machen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
hin
βασικό ρήμα
weisen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
weise hin
γ΄ ενικό πρόσωπο
weist hin
ενεστώτα μετοχή
hinweisend
απλός αόριστος
wies hin
παθητική μετοχή
hingewiesen
Παραδείγματα
Er wies mich darauf hin, dass ich meine Schlüssel vergessen hatte.
Μου επισήμανε ότι είχα ξεχάσει τα κλειδιά μου.



























