die hinsicht
hin
ˈhɪn
hin
sicht
zɪçt
zicht

Ορισμός και σημασία του "hinsicht"στα γερμανικά

01

πτυχή, οπτική γωνία

Ein bestimmter Aspekt oder Gesichtspunkt, unter dem man etwas betrachtet 
die Hinsicht definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Hinsichten
γενική πτώση
Hinsicht
Παραδείγματα
In dieser Hinsicht sind wir uns einig. 

Από αυτή την άποψη, συμφωνούμε.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store