Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Hinsicht
[gender: feminine]
01
πτυχή, οπτική γωνία
Ein bestimmter Aspekt oder Gesichtspunkt, unter dem man etwas betrachtet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Hinsicht
πληθυντικός τύπος
Hinsichten
Παραδείγματα
In finanzieller Hinsicht ist das Projekt gesichert.
Από πλευράς οικονομικών, το έργο είναι ασφαλές.



























