Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hinnehmen
01
αποδέχομαι, ανέχομαι
Etwas Unangenehmes oder Unerwünschtes ohne Widerstand akzeptieren oder ertragen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
hin
βασικό ρήμα
nehmen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
nehme hin
γ΄ ενικό πρόσωπο
nimmt hin
ενεστώτα μετοχή
hinnehmend
απλός αόριστος
nahm hin
παθητική μετοχή
hingenommen
Παραδείγματα
Die Firma nahm die Verluste widerwillig hin.
Η εταιρεία δέχτηκε απρόθυμα τις απώλειες.



























