Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hingegen
01
αντιθέτως, ωστόσο
Ein Konnektor, der einen Gegensatz oder Widerspruch zwischen zwei Aussagen betont
Παραδείγματα
Er liebt Sport; hingegen hasst sie körperliche Aktivität.
Αγαπά τον αθλητισμό· αντιθέτως, αυτή μισεί τη σωματική δραστηριότητα.



























